συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια
με τα τρυφερά μάγουλα,
που δρασκελάς πάν' από θάλασσες
και τρυπώνεις στους κήπους,
κανείς δε γλυτώνει από 'σε,
μήτε Θεός μήτε θνητός.
Όποιον αγγίξεις, τονε παλαβώνεις.
Συ, άνθρωπο φρόνιμον εξωθείς
στ' αδικο και στο χαμό,
συ π' άναβεις ταραχή κι αμάχη
ανάμεσα σε γιο και πατέρα,
νικά πόθος και λαχταρα για τη γλυκομάτα νύφη,
κόντρα σ' όλους τους μεγάλους νόμους.
Σαν ατάραχος Θεός τους περγελάς, ω Αφροδίτη.
Ήδη τώρα κι εγώ παρανομώ
που δε μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα,
βλέποντας τη δύστυχη Αντιγόνη
να τη σέρνουν άκαιρα στον τάφο
που μέσα του μια μέρα όλοι θα μπούμε.