Γιάννης Ρίτσος - Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος.



Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Μίλα μου για τον Έρωτα

Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη,
συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια
με τα τρυφερά μάγουλα,
που δρασκελάς πάν' από θάλασσες
και τρυπώνεις στους κήπους,
κανείς δε γλυτώνει από 'σε,
μήτε Θεός μήτε θνητός.
Όποιον αγγίξεις, τονε παλαβώνεις.
Συ, άνθρωπο φρόνιμον εξωθείς
στ' αδικο και στο χαμό,
συ π' άναβεις ταραχή κι αμάχη
ανάμεσα σε γιο και πατέρα,
νικά πόθος και λαχταρα για τη γλυκομάτα νύφη,
κόντρα σ' όλους τους μεγάλους νόμους.
Σαν ατάραχος Θεός τους περγελάς, ω Αφροδίτη.
Ήδη τώρα κι εγώ παρανομώ
που δε μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα,
βλέποντας τη δύστυχη Αντιγόνη
να τη σέρνουν άκαιρα στον τάφο
που μέσα του μια μέρα όλοι θα μπούμε.




Δεν υπάρχει συναίσθημα εντονότερο απ'αυτόν
Κάνει τη καρδιά να χτυπάει τρελλά,το κορμί να λαχταρά,το μυαλό να ονειρεύεται
Σε αναζητώ,σε περιμένω,σε σκέφτομαι,σε θέλω
Διάθεση ανεβασμένη
Όλα ευοίωνα 
:)