Γιάννης Ρίτσος - Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος.



Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα

Σάββατο βράδυ. Πλατεία Συντάγματος. Καθόσουν μόνος,σκυφτός με τα χέρια σταυρωμένα. Μαύρα μαλλιά πιασμένα και μαύρη αθλητική φόρμα. Σε πλησίασα αφού κανείς άλλος δεν το τόλμησε.
- Είσαι καλά; σε ρώτησα.
- Ναι,μια χαρά.
- Χρειάζεσαι ένα τσιγάρο.
Του είπα και του πρόσφερα το πακέτο μου. Τράβηξε ένα,το άναψε και με κοίταξε ξανά.
- Θές να σου κάνω παρέα; Του είπα ξανα μιας και δεν ξαναμίλησε.
- Κάτσε.
- Είμαι η Κωνσταντίνα. Το ξέρω πως αναρωτίεσαι "τι θέλει τώρα αυτή η τρελή και με ζαλίζει" αλλά δεν μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους μελαγχολικούς. Δεν σε ξέρω,δεν σ'έχω σταμπάρει πουθενά και ούτε θέλω να σε προσεγγίσω. Σε είδα να κάθεσαι μόνος ώρα τώρα και ήρθα να μιλήσουμε μόνοι κ' άγνωστοι μεταξύ μόνων και αγνώστων.
Χαμογέλασε.
- Με λένε Αντώνη. Τα μάτια σου είναι πολύ φωτεινά.
- Πες μου την ιστορία σου,Αντώνη.
- Δεν υπάρχει τίποτα το σημαντικό εκεί.
- Πες μου τότε γιατί είσαι μόνος απόψε.
- Στις σκέψεις δεν υπάρχει συντροφιά.
- Η συντροφιά είναι το πρόβλημα;
Πέταξε το τσιγάρο μακριά. Γύρισε και με κοίταξε.
- Δεν υπάρχουν προβλήματα. Εμείς τα βλέπουμε σαν να είναι.
- Απάντησε μου. Γιατί είσαι μόνος απόψε; Πού είναι η παρέα σου;
- Κάπου στα Εξάρχεια διασκεδάζει.
- Γιατί δεν είσαι μαζί τους;
- Δεν χρειάστηκε.
Μείναμε σιωπηλοί περίπου 10 λεπτά. Όλο αυτό το διάστημα δεν πήρε το βλέμμα του από ένα άδειο παγκάκι απέναντι μας.
- Καλύτερα να σε αφήσω στην ηρεμία σου. Του είπα.
- Γιατί; απάντησε και με κοίταξε στα μάτια ξανά.
- Γιατί καμιά φόρα πράγματι με όποιον και να'μαστε,φίλο ή άγνωστο, μόνο με τον εαυτό μας θα βρούμε τις απαντήσεις που ζητάμε.
- Μείνε ρε.
- Κι οι δυο μαζί κι οι δυο μόνοι.
- Να προσέχεις.
- Αντίο Αντώνη.
- Αντίο κοριτσάκι.