- Είσαι καλά; σε ρώτησα.
- Ναι,μια χαρά.
- Χρειάζεσαι ένα τσιγάρο.
Του είπα και του πρόσφερα το πακέτο μου. Τράβηξε ένα,το άναψε και με κοίταξε ξανά.
- Θές να σου κάνω παρέα; Του είπα ξανα μιας και δεν ξαναμίλησε.
- Κάτσε.
- Είμαι η Κωνσταντίνα. Το ξέρω πως αναρωτίεσαι "τι θέλει τώρα αυτή η τρελή και με ζαλίζει" αλλά δεν μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους μελαγχολικούς. Δεν σε ξέρω,δεν σ'έχω σταμπάρει πουθενά και ούτε θέλω να σε προσεγγίσω. Σε είδα να κάθεσαι μόνος ώρα τώρα και ήρθα να μιλήσουμε μόνοι κ' άγνωστοι μεταξύ μόνων και αγνώστων.
Χαμογέλασε.
- Με λένε Αντώνη. Τα μάτια σου είναι πολύ φωτεινά.
- Πες μου την ιστορία σου,Αντώνη.
- Δεν υπάρχει τίποτα το σημαντικό εκεί.
- Πες μου τότε γιατί είσαι μόνος απόψε.
- Στις σκέψεις δεν υπάρχει συντροφιά.
- Η συντροφιά είναι το πρόβλημα;
Πέταξε το τσιγάρο μακριά. Γύρισε και με κοίταξε.
- Δεν υπάρχουν προβλήματα. Εμείς τα βλέπουμε σαν να είναι.
- Απάντησε μου. Γιατί είσαι μόνος απόψε; Πού είναι η παρέα σου;
- Κάπου στα Εξάρχεια διασκεδάζει.
- Γιατί δεν είσαι μαζί τους;
- Δεν χρειάστηκε.
Μείναμε σιωπηλοί περίπου 10 λεπτά. Όλο αυτό το διάστημα δεν πήρε το βλέμμα του από ένα άδειο παγκάκι απέναντι μας.
- Καλύτερα να σε αφήσω στην ηρεμία σου. Του είπα.
- Γιατί; απάντησε και με κοίταξε στα μάτια ξανά.
- Γιατί καμιά φόρα πράγματι με όποιον και να'μαστε,φίλο ή άγνωστο, μόνο με τον εαυτό μας θα βρούμε τις απαντήσεις που ζητάμε.
- Μείνε ρε.
- Κι οι δυο μαζί κι οι δυο μόνοι.
- Να προσέχεις.
- Αντίο Αντώνη.
- Αντίο κοριτσάκι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου